Στίς  πρώτες μέρες της ραδιοφωνικής μετάδοσης αρχές της δεκαετίας του ’30, δεν υπήρχε εύκολος τρόπος για να μετρηθούν οι ακροατές που άκουγαν τις σαπουνόπερες και τις τότε εκπομπές αλλά το σημαντικότερο ήταν οτι δεν μπορούσαν να κάνουν μετρήσεις στα διαφημιστικά σπότ κάτι  που οι διαφημιστές  της τότε εποχής ζητούσαν απεγνωσμένα.

Το μεγάλο μερίδιο των διαφημήσεων το είχαν όπως ήταν φυσικό οι εφημερίδες όπου με μία μέτρηση των φύλλων που πωλόύναν την ημέρα μπορούσαν οι διαφημιστές να βγάλουν ασφαλή συμπεράσματα για τις προβολές των διαφημίσεών τους.

Το ραδιόφωνο όμως  δεν είχε κάτι ανάλογο.

Έτσι οι ερευνητές προσπαθούσαν να βρουν κάποιους τρόπους ώστε να κάνουν μετρήσεις στα ραδιοφωνικά ακροατήρια

Οι ταχυδρομικές επιστολές που έστελναν οι ακροατές στις εκπομπές ήταν μία από τις μεθόδους που βοηθούσαν τις έρευνες,όμως φυσικά αυτό δεν ήταν αρκετό.

Μία άλλη μέθοδος ήταν οι  έρευνες μέσω τηλεφώνου όπου οι ερευνητές τηλεφωνούσαν  και  ρωτούσαν τους ακροατές τι είχαν ακούσει την προηγούμενη μέρα ή τι άκουγαν σήμερα.

Οι τηλεφωνικές συνεντεύξεις αποτελούσαν το πιό ασφαλές εργαλείομέτρησης ακροαματικότητας για το ραδιόφωνο από τη δεκαετία του 1930.

Ώσπου κάνει την εμφάνισή της στα μέσα του 1936 του Audimeter (μετρητής κοινού).

Η παράξενη μηχανή που έκανε μετρήσεις στα ραδιοφωνικά ακροατήρια στις δεκαετίες του '30 και '40

Το τεύχος Φεβρουαρίου 1945 του περιοδικού «Radio-Craft» είχε ένα άρθρο με τίτλο «Μετρητής ραδιοφωνικού ακροατηρίου» το οποίο παρουσίαζε το μηχάνημα που έφερε επανάσταση στη μέτρηση του κοινού.

Αρχικά εγκατεστημένο δοκιμαστικά σε κάποια σπίτια το 1939, το Audimeter  ήταν συνδεδεμένο στο ραδιόφωνο μέσω ενός βραχίονα.

Κάθε φορά που  ο ακροατής άλλαζε σταθμό ο βραχίονας μετακινούνταν και κατέγραφε τις κινήσεις επάνω σε μία ταινία μήκους 100 ποδιών και 3 ιντσών πλάτος.Η ταινία ήταν αρκετή ώστα να καταγράφει τις κινήσεις ενός μήνα.

Η παράξενη μηχανή που έκανε μετρήσεις στα ραδιοφωνικά ακροατήρια στις δεκαετίες του '30 και '40

Μία φορά το μήνα οι ερευνητές της αγοράς συνέλλεγαν τις κασέτες από κάθε σπίτι  και έστελναν τις ταινίες σε ένα εργοστάσιο στο Σικάγο. Μόλις έφταναν εκεί, οι ταινίες έμπαιναν σε κάποιες μηχανές χαρτογράφησης όπου αναλύονταν τα στοιχεία.

Κι ενω όλοι οι ερευνητές αγοράς έκαναν  προσωπικές και τηλεφωνικές έρευνες για να προσδιορίσουν τις τάσεις του ραδιοφωνικού κοινού ο Arthur C. Nielsen και η εταιρία του είχε τοποθετήσει το «AUdiometer» σε 200 σπίτια με σκοπό να φτάσει κάποια στιγμή τα 1.000.

Κι ενώ τα 200 μηχανήματα φαίνονταν λίγα, στην πραγματικότητα αντιστοιχούσαν σε 500.000 τηλεφωνήματα απο τους ερευνητές στην περίοδο ενός έτους αλλά το το επίπεδο και η λεπτομέρεια των πληροφοριών που συνέλλεγαν τα μηχανήματα αντοιστιχουσαν σε 3.000.000 τηλεφωνήματα ανά έτος.

Τι είδους πληροφορίες; Οι ερευνητές της αγοράς δεν  αποκρυπτογραφούσουν μόνα τα προγράμματα που άκούγονταν.

Η παράξενη μηχανή που έκανε μετρήσεις στα ραδιοφωνικά ακροατήρια στις δεκαετίες του '30 και '40

Επειδή οι ερευνητές γνώριζαν τις οικογένειες των οποίων τα σπίτια εφοδίαζαν με Audimeters, γνώριζαν πληροφορίες όπως το επίπεδο εισοδήματος, ο αριθμός παιδιών και οτιδήποτε άλλο που στους διαφημιστές θα μπορούσε να φανούν χρήσιμο .

Εάν, για παράδειγμα, ένας κατασκευαστής οδοντόκρεμας ήθελε να προσεγγίσει περισσότερες γυναίκες μεσαίας τάξης με τρία παιδιά, ήξεραν ακριβώς ποια προγράμματα πιθανόν να ακούσουν αυτές οι γυναίκες.

Η παράξενη μηχανή που έκανε μετρήσεις στα ραδιοφωνικά ακροατήρια στις δεκαετίες του '30 και '40

Έτσι η διαφήμηση γίνεται πλέον στοχευμένη.

Μέχρι το 1945, μετά το τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, η παραγωγή του Audimeter της Nielsen έφτασε σε υπερβολικά επίπεδα και η ερευνητική εταιρεία μπόρεσε να επεκτείνει σημαντικά την εμβέλειά της.

Αργότερα υπήρξε ακόμη και ένα Audimeter για την τηλεόραση που άρχισε σιγά σιγά να μπαίνει  στα σπίτια με γρήγορους ρυθμούς  στις  στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σήμερα, η έρευνα του κοινού έχει αλλάξει δραματικά και έχει αλλάξει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο πωλούνται οι διαφημίσεις.

Κι επειδή η διαφημιστική έρευνα πλέον αρχίζει να γίνεται πιό ανταγωνιστική, οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν περάσει αυστηρούς νόμους περί προστασίας δεδομένων, όπως το GDPR, που θεωρητικά θα δυσκολέψει τις εταιρείες να εντοπίζουν τους καταναλωτές. Αλλά οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η » Άγρια Δύση » όταν πρόκειται για τέτοιες έρευνες.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here